Την ανάγκη για ένα δίκαιο και ισορροπημένο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς υπογράμμισε ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών (ΕΣΑ), Θάνος Τσαγκάρης, αποτυπώνοντας τη δύσκολη πραγματικότητα που βιώνουν οι έμποροι της Αθήνας. Μετά από μια πασχαλινή περίοδο που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, ο κ. Τσαγκάρης ζητά άμεσες παρεμβάσεις για τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΕΣΑ, η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους που ευνοούν αποκλειστικά τους ισχυρούς παίκτες. Η θεσμοθέτηση κανόνων που θα προστατεύουν τον καταναλωτή και θα εγγυώνται τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελεί πρωταρχικό στόχο. Ο κ. Τσαγκάρης σημείωσε ότι υπάρχουν τρόποι στήριξης του κλάδου που δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά μπορούν να δώσουν την απαραίτητη «ανάσα» ρευστότητας.

Ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών (ΕΣΑ), Θάνος Τσαγκάρης
Η αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους ασυδοσίας και επικράτησης του ισχυρού
Το άρθρο του Θάνου Τσαγκάρη στο Dnews.gr
Η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους ασυδοσίας και επικράτησης του ισχυρού. Χρειάζεται ένα δίκαιο, ισορροπημένο πλαίσιο που θα διασφαλίζει υγιή ανταγωνισμό, προστασία του καταναλωτή και βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Η αγορά χρειάζεται άμεσα στήριξη – και μάλιστα χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Το Πάσχα, μια από τις πιο σημαντικές περιόδους για το λιανεμπόριο, επιβεβαίωσε τη δύσκολη πραγματικότητα. Η κίνηση ήταν υποτονική, οι καταναλωτές ιδιαίτερα προσεκτικοί και οι αγορές περιορίστηκαν κυρίως σε είδη χαμηλής αξίας και μικρού όγκου. Τα φυσικά καταστήματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατέγραψαν για ακόμη μία χρονιά χαμηλούς τζίρους.
Η ακρίβεια στα βασικά αγαθά έχει περιορίσει δραστικά την αγοραστική δύναμη. Οι καταναλωτές καλύπτουν πρώτα τις βασικές ανάγκες – στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια – και αφήνουν σε δεύτερη μοίρα την υπόλοιπη κατανάλωση. Παράλληλα, ο άστατος καιρός, οι διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα οι επιπτώσεις των πολέμων έχουν εντείνει την αβεβαιότητα. Αυξημένα μεταφορικά, καθυστερήσεις, ενεργειακό κόστος και διαρκείς ανατιμήσεις διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο. Με περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και συνεχόμενη μείωση τζίρου, αδυνατούν να απορροφήσουν τις αυξήσεις κόστους. Το τραπεζικό σύστημα παραμένει ουσιαστικά κλειστό, με υψηλές χρεώσεις ακόμη και για βασικές συναλλαγές. Την ίδια στιγμή, τα λειτουργικά έξοδα έχουν εκτοξευθεί έως και 50% την τελευταία τριετία – και έως 80% σε περιπτώσεις αλλαγής μισθωτηρίου – λόγω ενοικίων, εισφορών και αυξήσεων μισθών.
Ανησυχητική είναι και η απουσία ουσιαστικού διαλόγου με την πολιτεία. Οι θεσμικοί φορείς της αγοράς παραμένουν εκτός συζήτησης, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς επαφή με την πραγματικότητα της αγοράς, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κενό.
Παράλληλα, η πλήρης απελευθέρωση των προσφορών έχει οδηγήσει σε ένα άναρχο καθεστώς συνεχών εκπτώσεων. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πολυεθνικές εκμεταλλεύονται την κατάσταση, ενώ οι μικρότεροι παίκτες αδυνατούν να ανταγωνιστούν. Όταν όλα είναι συνεχώς «σε προσφορά», η αξία του προϊόντος απαξιώνεται και ο καταναλωτής συγχέεται. Οι εκπτώσεις έχουν χάσει τον ρόλο τους ως εργαλείο ρευστοποίησης αποθεμάτων.
Η αγορά χρειάζεται κανόνες. Περιορισμό των προσφορών σε συγκεκριμένες περιόδους, ένα οργανωμένο πλαίσιο (όπως ένα ενιαίο τριήμερο για την Black Friday), και ουσιαστικούς ελέγχους – τόσο στα φυσικά καταστήματα όσο και στο διαδίκτυο. Χρειάζονται επίσης ρεαλιστικές ρυθμίσεις οφειλών. Ένα σχήμα 120 δόσεων με δυνατότητα επαναρρύθμισης των ήδη ρυθμισμένων χρεών. Οι βιώσιμες επιχειρήσεις δεν έχουν αφήσει τα χρέη τους αρρύθμιστα. Τα εξυπηρετούν ήδη μέσω της πάγιας ρύθμισης των 12-24 δόσεων διαφορετικά θα είχαν δεσμευθεί οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί. Μόνο η δυνατότητα της επαναρρύθμισης θα μπορούσε να δώσει μία πραγματική ανάσα στην αγορά.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο αθέμιτος ανταγωνισμός από ασιατικές πλατφόρμες, που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες και απειλούν άμεσα την εγχώρια παραγωγή και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Απαιτούνται άμεσα μέτρα εξισορρόπησης, όπως η επιβολή τέλους που θα αποτρέπει την ανεξέλεγκτη μεταφορά κατανάλωσης εκτός Ελλάδας.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: η συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο λιανεμπόριο μειώνεται σταθερά, ενώ η πλειονότητα καταγράφει πτώση τζίρου την ώρα που τα κόστη αυξάνονται. Και όμως, ο κλάδος παραμένει βασικός πυλώνας της οικονομίας, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.
Το μεγάλο στοίχημα είναι να επιστρέψει ο καταναλωτής στα καταστήματα των πόλεων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κρατούν ζωντανό τον αστικό ιστό. Χωρίς αυτές, οι πόλεις θα ερημώσουν.
Η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους ασυδοσίας και επικράτησης του ισχυρού. Χρειάζεται ένα δίκαιο, ισορροπημένο πλαίσιο που θα διασφαλίζει υγιή ανταγωνισμό, προστασία του καταναλωτή και βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Η πολιτεία οφείλει να σταθεί σύμμαχος. Ο ουσιαστικός διάλογος δεν είναι επιλογή – είναι ανάγκη. Και δεν μπορεί να περιμένει άλλο.
Αντί επιλόγου: Η αγορά χρειάζεται θεσμική θωράκιση πριν το λουκέτο.
Η τοποθέτηση του κ. Θάνου Τσαγκάρη έιναι προφανώς μια ακτινογραφία της αθηναϊκής οικονομίας. Όταν ο ΕΣΑ μιλά για «ασυδοσία», αναφέρεται στην ολοένα αυξανόμενη δυσκολία του παραδοσιακού εμπόρου να σταθεί δίπλα στους κολοσσούς και το απρόσωπο ηλεκτρονικό εμπόριο.
Το γεγονός ότι η στήριξη ζητείται «χωρίς δημοσιονομικό κόστος» δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι πάντα η έλλειψη χρημάτων, αλλά η έλλειψη κανόνων. Αν η Αθήνα θέλει να διατηρήσει τον χαρακτήρα της και να μην μετατραπεί σε μια πόλη-βιτρίνα μόνο για μεγάλες αλυσίδες, η προστασία της «γειτονιάς» πρέπει να γίνει προτεραιότητα. Το υποτονικό Πάσχα ήταν το τελευταίο καμπανάκι, πως η αγορά χρειάζεται θεσμική θωράκιση πριν το λουκέτο γίνει η μόνη επιλογή για τους μικρούς.
Επιμέλεια: Νεκτάριος Ντ. Χορμοβίτης
Η Αθήνα τεχνολογικός κόμβος της Ευρώπης: Εγκαινιάστηκε το Hub του Euronext