Ο Πειραιάς δεν σε αφήνει ποτέ. Είναι ο τόπος που μεγάλωσες και ο τόπος όπου ειπώθηκε πρώτη φορά το «εμείς». Κι όσο κι αν φεύγεις, ξέρεις πως κάποτε θα γυρίσεις ξανά.
Είναι οι ανθρώπινες ιστορίες, τα παλιά ρεμπέτικα που σου κολλάνε στα «ακροδάχτυλα» της καρδιάς, οι καπετανέοι, οι φτωχογειτονιές, τα ροκ μπαράκια που άφησαν ιστορία στα πρώτα κύματα των δεκαετιών του 80′ και του 90′ και πίσω απ’ όλα, μια πόλη με αρχαίες ρίζες.
Γιατί πριν ακόμα υπάρξει ο σημερινός Πειραιάς το 86 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας (Sulla) κατέκτησε και κατέστρεψε ολοσχερώς το λιμάνι και την πόλη του Πειραιά, μαζί με τα τείχη και την ακμή του αφήνοντάς τον να εξαφανιστεί ουσιαστικά από τον χάρτη για πολλούς αιώνες, μέχρι την επανεκκίνησή του, τον 19ο αιώνα.
Σήμερα, πατάς σε πόλη με παλιά νεοκλασικά σπίτια που ζητούν συντήρηση, γωνιές που κρατάνε μνήμες άλλων εποχών.
Πλατεία Ομονοίας: Ξέρεις ποιος όρκος του 1862 της χάρισε το όνομά της;
1. «Ειδικόν» – Το οινοπαντοπωλείο που ζει έναν αιώνα (και βάλε)

Ξαφνικά βρίσκεσαι στο 1920 όταν ο Αριστείδης Παπακωνσταντίνου, 17 χρόνων από το Γαρδίκι Τρικάλων, άνοιξε το οινοπαντοπωλείον “Ειδικόν”. Το πρωί μανάβικο, το βράδυ ταβέρνα: απλά υλικά, δικό του κρασί (έβγαζε γύρω στους 20 τόνους για τους πελάτες), λιτά τραπεζάκια και σκηνικό από ελληνική ταινία του ’60.
Την Κατοχή, το υπόγειο έγινε καταφύγιο για τη γειτονιά μέχρι και οι οπές από σφαίρες στα ρολά θυμίζουν το σκοτάδι του ’40. Το μαγαζί παρέμεινε αναλλοίωτο εδώ και έναν αιώνα: από τα ξύλινα ψυγεία του ’38 ως τις ταμπέλες, τις κονσέρβες Cornbeef, τις φωτογραφίες και τον παλιό φωνόγραφο. Στους τοίχους, φαντάσου τους Καζαντζίδη και τον Τσιτσάνη να σε κοιτάνε χαμογελαστοί.
Σήμερα, ο κύριος Απόστολος, γιος του ιδρυτή, με τη γυναίκα του κυρία Βούλα και τον γιο Γρηγόρη στα τραπέζια, «σε ταξιδεύει» με κεφτεδάκια, φάβα, πατάτες, σουτζούκι ενώ η ρετσίνα του «είναι από τις καλύτερες που θα δοκιμάσεις.
2. Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Νεοκλασικό διαμάντι, πηγή ιστορίας
Ανεβαίνεις προς το κέντρο και συναντάς το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά θεμελιώθηκε στις 24 Ιουνίου 1884, εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου 1895 με το έργο “Μαρία Δοξαπατρή” του Βερναδάκη. Σχεδιασμένο από τον Πειραιώτη αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμο, θεωρείται το κορυφαίο σωζόμενο θεατρικό κτίριο του 19ου αιώνα στην Ελλάδα, με χωρητικότητα περίπου 600 θέσεων.
Η ανέγερση του είχε οραματιστή τον δήμαρχο Τρύφωνα Μουτζόπουλο, τρεις δήμαρχοι και κόστος που εκτινάχτηκε στις 900.000 δραχμές χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί. Στη διάρκεια της ιστορίας, υπέστη καταστροφές, χρησίμευσε ως καταφύγιο για πρόσφυγες, φιλοξένησε πολιτιστικούς φορείς και σήμερα αναγεννήθηκε μετά την ανακαίνιση του 2008-2013.
3. Στην Καστέλλα – Η καρδιά της πόλης από ψηλά
Περπατάς ανηφορικά, και φτάνεις στην Καστέλλα. Εκεί, η εκκλησία του Προφήτη Ηλία υψώνεται με θέα που σου κόβει την ανάσα: όλο το λιμάνι, η θάλασσα, ο Πειραιάς σαν χαλκογραφία. Εκεί έχτιζες παιδικές ελευθερίες τα πρώτα καλοκαιρινά βραδάκια, τα πυροτεχνήματα του Αυγούστου, τα μυστικά με παρέες… Η ουσία είναι πως η περιοχή διατηρεί ακόμα το φως και την ησυχία της.
4. Μικρολίμανο – Η παλαιά μαρίνα, η φωνή του καλοκαιριού

Φωτογραφία εξωφύλλου
Κατεβαίνεις προς Μικρολίμανο εκεί που η θάλασσα ξέρει τα ονόματά μας. Βάρκες δεμένες, ουζερί δίπλα στη θάλασσα, βαριές κουβέντες με θέα το νερό. Παλιά ήταν άλλο: λιγότερο φωτισμένο, πιο γειτονιά, πιο “δικό μας”. Τώρα έχει εξελιχτεί σε τουριστικό σημείο, αλλά αν μείνεις μετά τα μεσάνυχτα, θα νιώσεις πάλι τη φωνή του παλιού Πειραιά.
5. Μνημείο Ποντιακής Γενοκτονίας – Ο χορός του πόνου, η σιωπή του γλυκόπικρου

Πηγή φωτογραφίας
Τέλος, φτάνεις στην Πλατεία Αλεξάνδρας. Εκεί στέκει το γλυπτό το «Πυρρίχιος Πτήση» από ανοξείδωτο ατσάλι και μπρούτζο, αφιερωμένο στη μνήμη των Ποντίων προσφύγων. Μέσα σε αυτό δεκαεπτά εικόνες αφηγούνται τον αγώνα, την αντοχή, το ταξίδι από τον Πόντο προς μια πατρίδα που δεν τους περίμενε.
Οι Πόντιοι, που αποτελούσαν ένα μεγάλο μέρος των 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθαν με τα καράβια στο λιμάνι του Πειραιά μεταξύ 1922-23, φορτωμένοι με ελάχιστα συναισθήματα, κουρέλια και έναν αμυδρό πόθο για «στέγη». Ο αριθμός των Ποντίων από τον Πόντο, τον Καύκασο και τη νότια Ρωσία υπολογίζεται σε περίπου 400.000 σχεδόν ένα τρίτο του συνολικού προσφυγικού πληθυσμού.
Στον Πειραιά, μέσα σε ελάχιστο διάστημα, ο πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε: από περίπου 132.000 κατοίκους το 1920 σε πάνω από 254.000 το 1928 καθοριστική παράμετρο για τη δημιουργία συνοικισμών όπως η Νέα Κοκκινιά, η Δραπετσώνα και άλλες σημερινές γειτονιές του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν άγονες, ερημικές εποχικά ή ακόμα και ακατοίκητες. Οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε πρόχειρα παραπήγματα, εργατικά οικήματα, ακόμα και σκηνές, ζούσαν με μεγάλη στενότητα, ακόμα και έως το 1928, όταν είχαν κατασκευαστεί οι συνοικισμοί.
Οι Πόντιοι στήριξαν την πόλη με τη φλόγα της εργασίας, διατηρώντας ζωντανή τη γλώσσα (το Ποντιακό), τους χορούς και τα τραγούδια τους, ενώ παράλληλα άφησαν το αποτύπωμά τους στο αστικό τοπίο: παντοπωλεία, καφενεία, ταβέρνες και τη γειτονιά που ξεκίνησε από το «μονάκριβό» τους παρελθόν κι έγινε η νέα ρίζα των Πειραιωτών.
Ο Πειραιάς που σε καλεί να επιστρέψεις
Μιλήσαμε για το «Ειδικόν», για το Δημοτικό Θέατρο, για την Καστέλλα και το Μικρολίμανο, για εκείνο το μνημείο που δεν φωτογραφίζει κανένας τουρίστας, και για ιστορίες που ζουν στις σκιές των δρόμων. Τον Πειραιά δεν τον μαθαίνεις από ένα άρθρο, τον καταλαβαίνεις μόνο όταν αρχίσεις να τον περπατάς.
Κι αν σήμερα το μετρό έφτασε ως εδώ και η διαδρομή από το κέντρο της Αθήνας μοιάζει πιο σύντομη από ποτέ, κάτι στην ψυχή του Πειραιά εξακολουθεί να κρατά αποστάσεις. Είναι αλλιώτικος, σε καλεί να τον περπατήσεις ξανά και ξανά, γιατί σε κάθε γωνιά του έχει κρύψει ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά.
Παγκράτι: Από πού πήρε το όνομά της η συνοικία της Αθήνας που δεν κοιμάται ποτέ;

