Ο Χρήστος Χ. Θεοφιλάτος γράφει καθώς «περπατά» στην Κυψέλη, ως ένας παρατηρητής της πόλης που δεν αφήνει τίποτα να ξεχαστεί. Η ματιά του παραμένει προσωπική και ανεπηρέαστη, σαν να διεκδικεί για την εμπειρία του τον δικό της χώρο μέσα στην Αθήνα. Είναι από εκείνους τους συγγραφείς που διατυπώνουν τη σκέψη τους χωρίς περιθώρια μετάπλασης, καθαρά, άμεσα, με την εντιμότητα του ανθρώπου που δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει όσα βλέπει.
Η δημιουργία έντονων εικόνων είναι χαρακτηριστικό της γραφής του Θεοφιλάτου: εικόνων που δεν περιγράφονται απλώς, αλλά σχεδόν ακούγονται, μυρίζονται, περπατιούνται. Γι’ αυτό και κάθε κείμενό του λειτουργεί σαν ένα κομμάτι της πόλης που ανασαίνει μόνο του.

Κυψέλη
Το παλιό σπίτι του Άκη στη Δροσοπούλου, βρισκόταν στο τέταρτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας με αρχοντική πρόσοψη, του ΄60 που θύμιζε είσοδο μαυσωλείου παλιάς οικογενείας πλουσίων. Ο Άκης, ήταν ο μοναδικός φίλος που μου ‘χε απομείνει, απ’ την εποχή που όλα έδειχναν και ήταν, πολλά υποσχόμενα. Το μπαλκόνι της κουζίνας του, έβλεπε έξω στο απάνθρωπο πηγαινέλα της Πατησίων, μα ανάμεσα απ το σπίτι και την Πατησίων, παρεμβαλλόταν σαν οχυρωματικό έργο, το μοναχικό παρκάκι του ακαλύπτου, με έναν πανύψηλο ξερό κοκοφοίνικα στη μέση, που η θέα του, τα γαλήνευε όλα. Αυτό το παρκάκι του ακάλυπτου, που όλοι το προσπερνούσαν, έμοιαζε με εγκαταλειμμένη παιδική χαρά μετά από πυρηνική δοκιμή.
Πάνω-Κάτω στη Φωκίωνος, σου έρχονταν μυρωδιές και φωνές από παλιά, ξένα σχολικά διαλείμματα, από αγκαλιαστούς μαθητικούς χορούς σε ειδικά διαμορφωμένες για να φέρνουν σε ντίσκο, αίθουσες τελετών. Από ασύμβατες ζωές άλλων που σου άνοιξαν να περάσεις και να τις επηρεάσεις, σαν να ‘σουν χρονοταξιδιώτης,
Ήχοι από τις πρόβες σου, με μουσικούς, σε ιστορικές υπόγες που κατάπιαν και χώνεψαν το πέρασμα σου, σαν να ήσουν για αυτές ένας οποιοσδήποτε. Από παράτολμα κυνήγια στον πεζόδρομο, σε περαστικές με επιβλητικά καμπυλόγραμμα γυναικεία σουλούπια που θύμιζαν παλιές γκουβερνάντες, οι οποίες, σταματώντας για λίγο μπροστά από ένα περίπτερο, σου έδωσαν την ευκαιρία που γύρευες, ώστε να αρχίσει από κει και έπειτα ένα ανθεκτικό στο χρόνο και στη βαρεμάρα, ειδύλλιο.
Καθώς ανεβοκατέβαινες τούτη τη νεότερη αρχαιότητα, της Κυψέλης, ένιωθες ότι όλα όσα είχες βρει κι ύστερα χάσει, ήταν ακόμη φυλαγμένα κάπου εκεί. Όποιος ξέμενε από μνήμη, τουλάχιστον ας είχε όσφρηση Πάνω και δεξιά, από την μεγάλη πλατεία όπου είναι το τέρμα των τρόλεϊ, η οδός Κυψέλης, ήταν ένας στενάχωρος κεντρικός δρόμος που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η απροσπέλαστη παγωνιά στα βλέμματα των περαστικών. Η Κυψέλης, σου τσάκιζε ό,τι ρομαντικές ψευδαισθήσεις για τον κόσμο, σου είχε γεννήσει κάποτε η ανεμελιά των καφέ της Φωκίωνος.
Τα, ένα δυο θέατρα που στεγάζονταν κατά μήκος της ευθείας της, όχι απλά δεν της προσέθεταν επιπλέον αίγλη, (Κάποια απ’ αυτά ήταν πρώην οίκοι ανοχής άλλωστε), αλλά με τον τρόπο τους, σου έκαναν ακόμα πιο έντονη τη βεβαιότητα ενός πικρού συμπεράσματος που σου γεννιόταν εκεί πέρα, όπως το, πόσο, κανείς δεν ήταν για κανένα πια, σε τούτο τον κόσμο. Γιατί έχει σημασία το που εδράζεται το καθετί. Σου δείχνει, που πραγματικά υπάγεται ο χώρος που πριν λίγο είχες κόψει εισιτήριο προκειμένου να «ξεφύγεις για λίγο από την ζοφερή πραγματικότητα». Και τα θέατρα σ αυτή την ευθεία, υπάγονταν στο βουλεβάρτο των Χαμένων προσωπικών Ελπίδων.
«Ραντεβού στο Zonar’s»: Το ιστορικό καφέ της Αθήνας που άλλαξε εποχή και όνομα