Χριστούγεννα στην Αθήνα του ’50 και του ’60: Όταν η πόλη άναβε τα φώτα της μέσα στη φτώχεια και στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Υπήρξε μια εποχή που τα Χριστούγεννα στην Αθήνα μύριζαν ξύλα που έκαιγαν στα μαγκάλια, νεράντζι από τα πεζοδρόμια και φρεσκοψημένο κουραμπιέ από τα συνοικιακά ζαχαροπλαστεία. Ήταν τα χρόνια του ’50 και του ’60 δύο δεκαετίες που η πόλη άλλαζε πρόσωπο με ρυθμό καταιγιστικό, παραμένοντας όμως πεισματικά δεμένη με τη λιτή, ζεστή οικογενειακή της παράδοση.

Αθήνα, 1950-1960. Φωτογραφία: Κώστας Μεγαλοκονόμου
Η Αθήνα των Χριστουγέννων εκείνων των χρόνων ήταν μια πόλη που προσπαθούσε να σταθεί όρθια, κουβαλώντας τις πληγές του πολέμου και του εμφυλίου, αλλά και μια πόλη που πίστευε βαθιά ότι το αύριο θα είναι καλύτερο. Κι αυτή η πίστη φαίνεται σε κάθε φωτογραφία της εποχής: στα παιδικά κασκόλ, στις γυναίκες που κρατούν χάρτινες σακούλες , στον τροχονόμο που δέχεται δώρα μέσα στη μέση της Σταδίου.

Αθήνα, 1950-1960. Φωτογραφία, Κώστας Μεγαλοκονόμου
Τα Χριστούγεννα του ’50: Λιτότητα, αξιοπρέπεια και μια πόλη που ξανάβρισκε την ανάσα της
Η δεκαετία του ’50 βρίσκει την Αθήνα κουρασμένη αλλά αποφασισμένη. Η ανεργία παραμένει υψηλή, η οικονομία παραπαίει και η καθημερινότητα είναι γεμάτη μικρούς αγώνες. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκληρότητα, τα Χριστούγεννα αποκτούν κάτι τελετουργικό μια επιστροφή σε μικρές, χειροποίητες χαρές. Τα σπίτια στολίζονταν με απλά υλικά, χαρτονένια αστέρια, λαδόκολλες κομμένες σε σχήματα, αυτοσχέδιες φάτνες που έφτιαχναν τα παιδιά με ξυλαράκια από την αυλή. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν ήταν δεδομένο πολλές οικογένειες στόλιζαν μια σπαρτιάτικη ελιά ή έφερναν μια κουκουναριά από τον Υμηττό, στολίζοντάς την με ό,τι μπορούσαν.
Το γιορτινό τραπέζι συχνά είχε κοτόπουλο αντί για γαλοπούλα, που θεωρούνταν είδος πολυτελείας. Στις γειτονιές όμως, τα ζαχαροπλαστεία γέμιζαν τις βιτρίνες με στοίβες από μελομακάρονα και κουραμπιέδες, το γλυκό που μπορούσε να αποκτήσει ακόμη και η πιο φτωχή οικογένεια. Ήταν η εποχή της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης: νέοι από την επαρχία κατέφθαναν στην πρωτεύουσα, στοιβαγμένοι σε μικρά δωμάτια πάνω από μάντρες και συνεργεία, δουλεύοντας ατελείωτες ώρες. Για εκείνους, τα Χριστούγεννα είχαν πάντα μια μικρή μελαγχολία, η μοναξιά της πόλης και το γράμμα που έφευγε για το χωριό, πάντα με δυο μέρες καθυστέρηση.

Αθήνα, 1950-1960. Φωτογραφία: Κώστας Μεγαλοκονόμου
Το ’60: Η Αθήνα που μεγάλωνε, τραγουδούσε και αμφισβητούσε
Περνώντας στη δεκαετία του ’60, η πόλη μπαίνει σε μια νέα εποχή. Η αντιπαροχή αλλάζει τον αστικό ιστό, οι πρώτες πολυκατοικίες υψώνονται στα Πατήσια και στην Κυψέλη, τα τρανζίστορ φέρνουν στα σπίτια τις μουσικές του Χατζιδάκι, και οι βιτρίνες προσπαθούν να μοιάσουν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Τα Χριστούγεννα αποκτούν έναν πιο μοντέρνο χαρακτήρα. Η Σταδίου φωτίζεται με λαμπιόνια σε σχήμα καμπάνας και αστεριών, δημιουργώντας έναν νέο γιορτινό άξονα όπου συναντιούνται ζευγάρια, παιδιά, εργαζόμενοι που μόλις σχολούν.
Οι αθηναϊκές οικογένειες αρχίζουν να αγοράζουν νέα δώρα όπως κούκλες που ανοιγοκλείνουν μάτια, τσίγκινες κουζίνες, μολυβένιους στρατιώτες. Την ίδια ώρα, οι κινηματογράφοι Αττικόν, Αθήναιον και Ρεξ γεμίζουν με κόσμο για τις γιορτινές προβολές. Και οι πολιτικές εξελίξεις σιγοβράζουν.
Ο «άγιος των γιορτών»: Ο Άγιος Βασίλης όπως τον ξέρουμε σήμερα

Δεκαετία του ’50. Φωτο: Δημήτρης Χαρισιάδης / Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη
Ο κόκκινος, χαμογελαστός, Αμερικανός Άγιος Βασίλης κάνει την εμφάνισή του στην Αθήνα τη δεκαετία του ’50. Στις φωτογραφίες του Δημήτρη Χαρισιάδη, τα παιδιά τον κοιτούν άλλοτε με δέος και άλλοτε με μια αμηχανία· ήταν κάτι καινούριο, μια ξένη φιγούρα που έμπαινε στο ελληνικό οικογενειακό αφήγημα. Παρ’ όλα αυτά, υιοθετήθηκε γρήγορα. Μέχρι τότε, τα δώρα δίνονταν κυρίως την Πρωτοχρονιά, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση· ο Άγιος Βασίλης ήταν ο άγιος της αλλαγής του χρόνου, όχι της γέννησης. Η νέα εικόνα όμως θα κυριαρχήσει και θα γίνει πια αναπόσπαστο μέρος των γιορτών.






Αθήνα, 1950-1960. Φωτογραφία: Κώστας Μεγαλοκονόμου
Πλατεία Ομονοίας: Ξέρεις ποιος όρκος του 1862 της χάρισε το όνομά της;