Αν η Αθήνα είχε καρδιά, θα ήταν λίγο ραγισμένη και θα κάπνιζε στωικά στο πεζούλι ενός φτωχόσπιτου στο Μεταξουργείο. Εδώ, που κάποτε ονειρεύτηκαν παλάτια για τον Όθωνα. Η περιοχή προοριζόταν, λέει, για συγκρότημα ανακτόρων. Δεν το λες και αποτυχία το ότι τελικά έγινε εργοστάσιο μεταξιού.
Το Μεταξουργείο έμαθε νωρίς ότι δεν χρειάζεται βασιλιάδες· του έφταναν οι εργάτες. Αυτοί που μπήκαν στα πρώτα φουγάρα, οι τεχνίτες, οι ραφτάδες, οι μηχανουργοί, οι γυναίκες με μαντίλες και πρησμένα χέρια, που ήξεραν να φτιάχνουν ζωή με δυο υφάσματα και λίγο πετιμέζι. Η γειτονιά δεν ήθελε τίτλους ευγενείας, μόνο το φως από το παράθυρο του εργαστηρίου να πέφτει σωστά. Και το τσίπουρο να είναι καθαρό.
Αυτές οι γειτονιές της Αθήνας είναι στη «μαύρη λίστα» των ταξιδιωτικών οδηγών

Ύστερα ήρθαν οι αμαξωματάδες με σφυριά, λάδια, σασμάν και βρισιές με στυλ. Στέριωσε το βιοτεχνικό τοπίο και δεν έκλεψε ποτέ το βλέμμα όπως το Κολωνάκι, αλλά σού έφτιαχνε την καρδιά χωρίς να το προσπαθεί. Το Μεταξουργείο, καλέ μου φίλε, δε φορούσε ποτέ make up κι όμως, είχε πάντα κάτι το εκτυφλωτικό, σαν γυναίκα που κουβαλάει πολλά και μιλάει λίγο.

Κι εκεί που νόμιζες πως η περιοχή θα βουλιάξει στη λήθη, ήρθε η τέχνη, η άστεγη, η πολιτική, η ματωμένη από spray cans. Στο Μεταξουργείο στήθηκε η The Breeder, μέσα σε παλιό εργοστάσιο παγωτού, γιατί εκείνοι που ξέρουν, δεν χρειάζονται παλάτια, αρκεί ένα βιομηχανικό κουφάρι του ʼ70.
Στην Πλατεία Αυδή, η Δημοτική Πινακοθήκη κρατάει το παρελθόν σε κάδρα, όμως, το νιώθεις στα παγκάκια, εκεί που μαζεύονται παιδιά, σκυλιά, μπαχάρι από τα σουβλάκια και ιδέες. Γιατί αυτή είναι η πλατεία… λίγο φεστιβάλ, λίγο πρόβα θεάτρου, λίγο street art με νεύρα.
Οι ταβέρνες ακόμα τηγανίζουν κολοκυθάκια όπως πρέπει και στα μπαρ, το ρακόμελο κυλάει με μουσικές που δεν παίζουν στο ραδιόφωνο.