Πριν το παγωτό καταλήξει κλεισμένο σε ψυγεία πολυκαταστημάτων, υπήρξε για δεκαετίες μια φωνή που αντηχούσε στις γειτονιές της Αθήνας. Ήταν η φωνή του πλανόδιου παγωτατζή. Ξυπόλυτα παιδιά ξεμύτιζαν από τις αυλές, μανάδες κατέβαιναν με δραχμές στο χέρι, και μια μικρή τελετουργία ξεκινούσε γύρω από ένα καρότσι γεμάτο πάγο και βανίλια. Με λευκή ποδιά, καπέλο και κουτάλα, ο παγωτατζής ήταν το καλοκαίρι προσωποποιημένο και ένας super hero των παδικών μας στιγμών.

Οι πρώτοι παγωτατζήδες εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1930. Ήταν συχνά πρόσφυγες ή επτανήσιοι που έφεραν μαζί τους την τέχνη του σπιτικού παγωτού. Με αυτοσχέδια καρότσια και βασικά υλικά όπωςσαλέπι, σιμιγδάλι, φρέσκο γάλα, άρχισαν να γίνονται γνώριμες φιγούρες στις συνοικίες. Ο χρόνος και η ανάγκη τούς ανέδειξαν σε θεσμούς. Ο Τάσος στην Κυψέλη με το μπλε καρότσι, ο Φέκιας στην Καλλιθέα με το σαλέπι του, ο κυρ-Αλέκος στη Νέα Σμύρνη με τη σιμιγδαλένια βανίλια, δε μας ήταν άγνωστοι. Ήταν «οι δικοί μας». Ήξεραν τα παιδιά με το μικρό τους όνομα, περίμεναν τις σχολικές γιορτές, εμφανίζονταν πάντα την κατάλληλη στιγμή στη γειτονιά. Όλοι πάντοτε είχαν τη δική τους ιστορία.
Fun Fact: Το παγωτό έχει… αυτοκρατορική καταγωγή!
Η πρώτη μορφή παγωτού εμφανίστηκε στην Κίνα πριν από 2.000 χρόνια, όπου οι πλούσιοι της εποχής απολάμβαναν ένα μείγμα από χιόνι, ρύζι και γάλα. Ο Μάρκο Πόλο λέγεται πως έφερε την ιδέα στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα, και από εκεί εξελίχθηκε στην παγωμένη λιχουδιά που γνωρίζουμε σήμερα. Όμως η έκρηξη της δημοφιλίας του παγωτού ήρθε πολύ αργότερα, όταν ο Γάλλος
σεφ του Καρόλου του Α’ της Αγγλίας παρουσίασε μια πιο «κρεμώδη» εκδοχή, την οποία ο βασιλιάς προσπάθησε να κρατήσει μυστική για την αυλή του.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, τα καρότσια απέκτησαν διακοσμήσεις, τα ψυγεία έγιναν κινητά, και το «παγωτό στο ξυλάκι» απέκτησε επικάλυψη σοκολάτας. Οι φωνές όμως παρέμειναν ίδιες: μελωδικές, σταθερές, καθησυχαστικές. Κάθε γειτονιά είχε τον δικό της παγωτατζή, που ήταν κομμάτι της γειτονιάς. Ήταν εκείνος που, μέσα στην κάψα του Ιουλίου, μοίραζε μια δροσερή ανάσα και μαζί της, ένα μικρό αίσθημα ευτυχίας.
Η δεκαετία του ’80 σήμανε σταδιακά το τέλος τους. Οι νέοι κανόνες υγιεινής, τα περίπτερα και τα εργοστασιακά παγωτά εκτόπισαν τη φιγούρα με την ξύλινη κουτάλα. Όμως ο ήχος τους μια φράση, μια σφυρίχτρα, ένα κουδούνι έμεινε χαραγμένο, καθώς για όσους θυμούνται, ήταν ολόκληρη η αίσθηση ότι κάποιος περνάει για εμάς. Ότι η γειτονιά έχει ρυθμό, η ζωή έχει πρόσωπο, το καλοκαίρι έχει φωνή. Και αυτή η φωνή δεν ξεχνιέται.
