Παρά τις εξαγγελίες διαχρονικά από όλες τις κυβερνήσεις για «γενναία» μέτρα στήριξης της οικογένειας, το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα επιμένει και επιδεινώνεται. Παρά τις παρεμβάσεις του 2024, όπως η αύξηση του επιδόματος τοκετού, η επέκταση της άδειας μητρότητας και η μείωση ΦΠΑ σε βρεφικά προϊόντα, η γέννηση παιδιών συνεχίζει να μειώνεται.
Τα πρώτα στοιχεία του 2025 δείχνουν ότι η χώρα έχει 6,81 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, αριθμός σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερος από το 1955. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην 6η θέση παγκοσμίως στη γήρανση του πληθυσμού, έχοντας ξεπεράσει και την Πορτογαλία.
Η αστικοποίηση, με σχεδόν το 50% του πληθυσμού να συγκεντρώνεται στην Αττική, και η διαρκής μετανάστευση νέων επιστημόνων (brain drain), εντείνουν το πρόβλημα. Η ύπαιθρος ερημώνει, ενώ το δημογραφικό χάσμα με την Τουρκία διευρύνεται δραματικά. Το 2025, η Τουρκία καταγράφει 3.365 γεννήσεις ημερησίως, έναντι μόλις 210 στην Ελλάδα.
Η γήρανση του πληθυσμού επιβαρύνει και το ασφαλιστικό σύστημα. Σύμφωνα με την Eurostat, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων από τον εργαζόμενο πληθυσμό αναμένεται να εκτιναχθεί από 34,3 το 2020 σε 61,1 το 2100.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αριθμητικό, είναι υπαρξιακό. Η Ελλάδα έχει δείκτη γεννητικότητας 1,31, ενώ ο πληθυσμός χρειάζεται τουλάχιστον 2,1 για να διατηρηθεί.
Η αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας δεν μπορεί να περιμένει. Χρειάζονται μακροπρόθεσμες στρατηγικές, ουσιαστική στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών και κεντρική πολιτική απόφαση ότι το δημογραφικό αποτελεί την πιο κρίσιμη εθνική προτεραιότητα.
Διαβάστε Επίσης:
Η Αθήνα θυμάται: Εκείνος ο παιδικός ήρωας με το λευκό καπέλο που δρόσιζε τα καλοκαίρια μας