Παρά τις πρόσφατες βροχοπτώσεις, η εικόνα για τα υδατικά αποθέματα στην Αττική παραμένει ανησυχητική. Τα επίπεδα στους βασικούς ταμιευτήρες είναι χαμηλά και, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ποσότητα του διαθέσιμου νερού, αλλά στη συνολική πίεση που δέχεται το σύστημα: αυξημένη κατανάλωση, δυσκολότερες εισροές και περιορισμένη «αντοχή» του υδροδοτικού δικτύου.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα των μελετών, μεταξύ των οποίων και έρευνα του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, αφορά την αντίληψη των πολιτών. Αν και η πλειονότητα αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα λειψυδρίας, όταν η ερώτηση αφορά την περιοχή όπου ζουν, τα ποσοστά αναγνώρισης του κινδύνου μειώνονται σημαντικά. Η «ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα είναι αλλού» δυσκολεύει τις προσπάθειες περιορισμού της κατανάλωσης.
Οι υδρολογικές μετρήσεις καταγράφουν ότι η Αττική βρίσκεται ήδη σε φάση παρατεταμένης ξηρασίας. Οι ήπιοι χειμώνες με περιορισμένη χιονόπτωση μειώνουν τις εισροές προς τα φράγματα σε βάθος χρόνου, ενώ τα συχνότερα και εντονότερα θερμικά επεισόδια αυξάνουν τη ζήτηση και τις απώλειες από εξάτμιση. Έτσι, το υδροδοτικό σύστημα λειτουργεί με ολοένα μικρότερο περιθώριο ασφαλείας.
Σε διεθνές επίπεδο, παραδείγματα όπως το Ιράν – όπου η καθυστερημένη λήψη μέτρων, η υπεράντληση υπόγειων υδάτων και τα σπάταλα πρότυπα κατανάλωσης οδήγησαν σε βαθιά κρίση – δείχνουν το κόστος της αδράνειας. Αντίθετα, Ισραήλ και Κύπρος, με έγκαιρο σχεδιασμό, τεχνολογία και συλλογική προσπάθεια, κατάφεραν να μετατρέψουν μια χρόνια πίεση σε διαχειρίσιμη κατάσταση.
Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει επενδυτικό σχέδιο ύψους 2,5 δισ. ευρώ για τη θωράκιση της υδροδότησης, με έμφαση στην Αττική, ώστε το νερό να παραμείνει επαρκές, ποιοτικό και δημόσιο αγαθό. Κεντρικό έργο είναι ο «Εύρυτος», η μερική εκτροπή των ποταμών Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη προς τον Εύηνο, για ενίσχυση του συστήματος Μόρνου–Εύηνου που τροφοδοτεί την Αθήνα.
Παράλληλα, προχωρά η αξιοποίηση γεωτρήσεων σε Μαυροσουβάλα, Ούγγρους και Βοιωτικό Κηφισό, με στόχο την προσθήκη περίπου 150 εκατ. κυβικών μέτρων νερού ετησίως, καθώς και επενδύσεις της ΕΥΔΑΠ σε «έξυπνα» δίκτυα, τηλεμετρία, έλεγχο διαρροών και επαναχρησιμοποίηση νερού (π.χ. έργα τύπου Ψυττάλειας για άρδευση και άλλες χρήσεις).
Η συνολική εικόνα για την Αττική δεν αφήνει περιθώριο εφησυχασμού: χαμηλά αποθέματα, υψηλές ανάγκες και ένα μεταβαλλόμενο κλίμα που πιέζει τις υποδομές. Οι τεχνικές λύσεις είναι απαραίτητες, αλλά δεν επαρκούν χωρίς αλλαγή νοοτροπίας. Η ασφαλής υδροδότηση της πρωτεύουσας θα κριθεί τόσο από τα έργα όσο και από το αν η κοινωνία θα αντιμετωπίσει το νερό ως πολύτιμο, πεπερασμένο αγαθό και όχι ως δεδομένο πόρο.