Αφηγούμαι τις πληγές και τα θαύματα της Αθήνας από το μπαλκόνι μου.
Καλοκαιρινό σούρουπο στην Κυψέλη, τα τραμ να γουργουρίζουν παρακάτω στην Πατησίων, εγώ ακουμπώ μια στοίβα σκονισμένα βιβλία στο τραπεζάκι της βεράντας, ρουφώ μια γουλιά καφέ (ναι, ακόμη κι αυτήν την ώρα, οι γείτονες λένε πως έτσι δεν θα κοιμάμαι ποτέ, μα πότε κοιμάται στ’ αλήθεια ένας αθηναίος βιβλιοφάγος;) και ξετυλίγω στο μυαλό μου τις μεγαλύτερες στιγμές που η πόλη μου κάηκε, γκρεμίστηκε, μα ξανασήκωσε κεφάλι σαν πεισματάρικο αγριολούλουδο ανάμεσα σε μάρμαρα.
Πρώτα έρχεται στην παρέα ο Ξέρξης ( 480 π.Χ. ) τα στρατεύματά του κατηφορίζουν μετά τις Θερμοπύλες, βρίσκουν την Αθήνα άδεια, οι συμπολίτες μας έχουν τραβήξει στη Σαλαμίνα για να σώσουν τη ζωή τους και να ναυπηγήσουν «ευκαιρίες» αντεπίθεσης, έξυπνο ε; Και βάζουν φωτιά σε ναούς, σπίτια, ιερά, ολόκληρη την Ακρόπολη γίνεται παρανάλωμα, ένας ζωντανός φάρος θλίψης πάνω από τον κάμπο του Ιλισού.
Πλατεία Κλαυθμώνος: Ποιος βάφτισε αυτή την πλατεία μ’ ένα τόσο «βαρύ» όνομα;
Όμως μέσα στις στάχτες ο Θεμιστοκλής πιάνει το μολύβι του, σχεδιάζει νέα τείχη, κι ύστερα από τρεις δεκαετίες ο Περικλής σηκώνει τον Παρθενώνα, το πιο λαμπρό (να μαντέψω ποιος γελά καλύτερα τελευταίος) μνημείο της αρχαιότητας (οι Πέρσες πιθανόν δεν εκτίμησαν την ειρωνεία) έτσι, η πρώτη μεγάλη συμφορά σπρώχνει την πόλη σε μια χρυσή περίοδο δημιουργίας.
Παίρνω ανάσα, ανακατεύω τα παγάκια στο ποτήρι, έρχεται δεύτερη σκηνή: 267 μ.Χ., ύστερη αρχαιότητα με πολιτικές ζυμώσεις, το γερμανικό φύλο Ερούλων ξεβράζεται στο Αιγαίο, ανεβαίνει την Αττική και σπάει τις πύλες, καίει στοές, μνημεία, ό,τι είχε απομείνει από την παλιά κλασική λάμψη ( τι ορρωδία) η Αθήνα τρέμει, οι κάτοικοι στήνουν στα γρήγορα τα Αυρηλιανά Τείχη, μαντρώνουν την καθημερινότητά τους γύρω από τη Ρωμαϊκή Αγορά και βλέπουν την πόλη να μικραίνει, να χάνει πτέρυγες όπως ένα πληγωμένο πουλί (το φτερό όμως μένει ζωντανό, αν ρωτάτε εμένα).
Και τώρα που ο νους μου ταξίδεψε μέσα σε αιώνες στάχτης, ξαναφέρνω το βλέμμα στην πόλη που απλώνεται μπροστά μου, φωτάκια στα νότια να κυματίζουν σαν ασημένιος Σαρωνικός, ο Λυκαβηττός να ανασαίνει σε πορτοκαλί ανταύγειες, σκέφτομαι πως κάθε καταστροφή τράβηξε ένα βαθύ αυλάκι στο μάρμαρο, μα καινούργια νερά κύλησαν εκεί, γεννώντας τέχνες, ιδέες, μύθους.
Οι Πέρσες άφησαν χώρο στον Παρθενώνα, οι Ερούλοι σφράγισαν το τέλος της κλασικής τοπογραφίας και άνοιξαν δρόμο για τη βυζαντινή μας συνέχεια κι εμείς σήμερα πίνουμε τον καφέ μας πάνω στα ερείπια, λέμε ανέκδοτα για τις παλιές δόξες (ναι, ακόμη και οι χίλιοι τόμοι ιστορίας θέλουν το αλατοπίπερό τους) και περιμένουμε την επόμενη αναγέννηση, γιατί η Αθήνα έχει έναν πεισματικό τρόπο να υψώνει το φρύδι της στον χρόνο και να ψιθυρίζει νέα οράματα.
Πείτε με ρομαντικό άλλα είναι ότι πιο ουσιαστικό μάς έχει απομείνει!
Παγκράτι: Από πού πήρε το όνομά της η συνοικία της Αθήνας που δεν κοιμάται ποτέ;