Οδός Σταδίου: Κατηφορίζοντας τη Σταδίου, το ρέμα που έγινε ο κεντρικός παλμογράφος της Αθήνας. Ένας δημοσιογράφος – γείτονας αφηγείται πώς ένας ξεχασμένος χείμαρρος μεταμορφώθηκε σε λεωφόρο με ακακίες, στέγασε βασιλείς, άκουσε το καμπανάκι του τραμ και ακόμη κρατά ζωντανή την καρδιά της πόλης.
Ξυπνάω στο κέντρο, νιώθω τους θορύβους των λεωφορείων κάτω απ’ το μπαλκόνι μου και πριν καλά – καλά ανοίξω τα μάτια, ξέρω ότι η Οδός Σταδίου είναι ήδη ξύπνια, βιαστική, γεμάτη ιστορίες που δεν χωρούν σε βιτρίνα. Αυτό το κομμάτι ασφάλτου, που σήμερα συνδέει την πλατεία Ομονοίας με το Σύνταγμα, κάποτε δεν ήταν δρόμος ήταν φαράγγι, ρέμα του Ηριδανού, μια πληγή που χώριζε την πόλη στα δύο και προκαλούσε πονοκέφαλο στους πρώτους μηχανικούς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Το 1832 οι Σταμάτης Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ ονειρεύτηκαν ένα φαρδύ βουλεβάρτο που θα ξεκινούσε από την Ομόνοια, θα περνούσε μπροστά από τα μελλοντικά Ανάκτορα και θα έφτανε μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο, έτσι βαφτίστηκε «Σταδίου» . Η αναθεώρηση του βαυαρού Λέο φον Κλέντσε έκοψε τη διαδρομή, το όνομα όμως έμεινε, κι ας μην πάτησε ποτέ το μάρμαρο του Καλλιμάρμαρου . Σ’ αυτό το πρώτο master plan η Σταδίου, μαζί με τις οδούς Πειραιώς και Ερμού, σχημάτιζε ένα αστικό τρίγωνο, την πρώτη ένδειξη ότι η Αθήνα θα γίνει κάποτε κανονική πρωτεύουσα .

Η κοίτη του Ηριδανού στο σημείο της Ιεράς Πύλης, Κεραμεικός. (ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)
Το 1857 το ρέμα μπαζώθηκε, ο δρόμος στρώθηκε με ακακίες και λανσαρίστηκε ως «Λεωφόρος των Ακακιών». Η επιχωμάτωση κόστισε, αλλά οι Αθηναίοι απέκτησαν τον πρώτο τους περίπατο που θύμιζε ευρωπαϊκή μεγαλούπολη, μέχρι που ο δήμος, δεκαετίες αργότερα, ξερίζωσε τα δέντρα για χάρη της κυκλοφορίας . Μετά την Απελευθέρωση από τους Γερμανούς, οι δημοτικοί άρχοντες προσπάθησαν να τη βαφτίσουν «οδός Ουίνστον Τσώρτσιλ». Οι Αθηναίοι χαμογέλασαν, ήπιαν έναν καφέ στο χέρι και συνέχισαν να τη λένε Σταδίου έτσι τελείωσε η πιο αποτυχημένη μετονομασία της πόλης.
Στην ίδια λεωφόρο έστησε το πρώτο του κονάκι ο Όθωνας.
Η έπαυλη Κοντόσταυλου, στη γωνία Σταδίου και Κολοκοτρώνη, έγινε για δύο χρόνια αυτοσχέδιο παλάτι προτού καεί το 1854 και στη θέση της χτίστηκε αργότερα η Παλαιά Βουλή, σήμερα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο . Λίγο πιο πάνω, οι οικίες Δεκόζη-Βούρου και Αφθονίδη φιλοξένησαν το νεαρό βασιλικό ζεύγος και από το πρώτο κτήριο σώζεται το κομψό Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών στην πλατεία Κλαυθμώνος .
Ο δρόμος δεν άργησε να γίνει σκηνή της αθηναϊκής Μπελ Επόκ, σαλόνια, καφενεία, θέατρα, βιβλιοπωλεία, τα πρώτα φωτογραφεία και πολυτελή υποδήματα πέρασαν από τις βιτρίνες του. Εδώ λειτούργησαν μερικές από τις πρώτες κινηματογραφικές αίθουσες της πρωτεύουσας, χώρος ραντεβού για την «καλή κοινωνία» αλλά και καταφύγιο για τους μοναχικούς flâneurs .
Πλατεία Κλαυθμώνος: Ποιος βάφτισε αυτή την πλατεία μ’ ένα τόσο «βαρύ» όνομα;
Κάπου στο 1905 ακούστηκε το καμπανάκι του ιππήλατου τραμ, σιδερένια βαγόνια που έκοβαν τη λεωφόρο στα δύο, μέχρι οι ρόδες τους να γίνουν ηλεκτρόδια και τελικά, να σωπάσουν το 1960 . Το μόνο που έμεινε από εκείνες τις ράγες είναι οι λακκούβες τους και η μνήμη των οδηγών ταξί που ακόμη ψιθυρίζουν πως «εδώ περνούσε το τραμ».
Σήμερα κατεβαίνεις τη Σταδίου και σε κυνηγάει ένα συμφωνικό κορνάρισμα, όμως αν κοιτάξεις πίσω απ’ τις ταμπέλες των fast-fashion θα δεις κρυμμένες προσόψεις με σκαλιστά μπαλκόνια, στοές όπως η Νικολούδη όπου παλιά άκουγες συζητήσεις για ποίηση και πολιτική, τώρα απλώς έναν βαρύ καφέ που κρυώνει στο χέρι κάποιου διανομέα . Η χάραξη εξακολουθεί να κοιτάζει νοτιοανατολικά, λες και το αόρατο νήμα με το Παναθηναϊκό Στάδιο δεν κόπηκε ποτέ .
Στοά Νικολούδη, Σταδίου 40, εκεί που καίει ακόμη το πρώτο αθηναϊκό χαρμάνι.
Αν στρίψεις από το πεζοδρόμιο στο άνοιγμα της Στοάς Νικολούδη, θα νομίσεις πως αλλάζεις εποχή, ο θόλος του 1936, έργο του κοσμολάτρη αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη, παραμένει ίδιος γυαλί, σίδερο και μαντεμένια φωτιστικά που παλεύουν να κλείσουν έξω τον θόρυβο της λεωφόρου .

Γι’ αυτό αγαπώ τη Σταδίου. Γιατί δεν ντύθηκε ποτέ με ψεύτικη λάμψη…(ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)
Στο νούμερο 42, δίπλα στην είσοδο, το καφεκοπτείο των αδελφών Λουμίδη άνοιξε στις 8 Ιανουαρίου 1938, με αφίσα στις εφημερίδες που καλούσε «όλη την Αθήνα» να μυρίσει τον φρεσκοκαβουρδισμένο καφέ τους. Το πατάρι πάνω απ’ τον μύλο έγινε αμέσως στέκι, εδώ ο Σεφέρης σχολίαζε τους τίτλους των εφημερίδων, ο Χατζιδάκις έγραψε νότες σε χάρτινα σουπλά και ο Ελύτης ορκιζόταν πως «κουβαλούσαν τις καινούριες αγάπες με τον Γκάτσο» στον ξύλινο εξώστη . Λένε πως από αυτό το πατάρι έσταξε ο πρώτος εσπρέσο της πόλης, δεν παίρνουνε και όρκο αλλά σίγουρα ήταν το πρώτο μέρος όπου οι Αθηναίοι δοκίμασαν εκλεκτά χαρμάνια.
Γι’ αυτό αγαπώ τη Σταδίου. Γιατί δεν ντύθηκε ποτέ με ψεύτικη λάμψη και προτίμησε να ποτίσει τα παπούτσια μας βροχή, να μας θυμίσει με κάθε βήμα ότι από κάτω της κυλάει ακόμη το νερό του Ηριδανού. Και κάθε φορά που τη διασχίζω, ανάμεσα σε κορναρίσματα, λαμπιόνια και άναρχες αφίσες, ακούω ένα παλιό μπουλβάρτο να αναπνέει σαν παλιός ρεπόρτερ που δεν βολεύεται ποτέ με «copy-paste» αναμνήσεις, αλλά ψάχνει το μελάνι μέσα στις ρωγμές της πόλης.
Ένα «μυστικό παλάτι» στον Εθνικό Κήπο: τι κρύβει το κλειστό βασιλικό ησυχαστήριο;