Ας το παραδεχτούμε όποια απόφαση και να πάρουμε στη ζωή μας έχει πάντα ένα κόστος και ένας όφελος δεν υπάρχει σωστό και λάθος αλλά ποιο κόστος μπορούμε να υποστούμε , να διαχειριστούμε.
Η ζωή στο χωριό έχει ρομαντικοποιηθεί αλλά ποιος πραγματικά θα την άντεχε; Αυτά που ερωτευτήκαμε (κάποτε) στην Αθήνα είναι τώρα η αιτία για να ζητήσουμε διαζύγιο από αυτήν. Και τελικά, τι θα κάνουμε;
Ας το παραδεχτούμε: η γκρίνια για την Αθήνα είναι το εθνικό μας σπορ.
Παραπονιόμαστε για την κίνηση στον Κηφισό, για το τσιμέντο που «πνίγει» το βλέμμα, για το κόστος των ενοικίων και τον θόρυβο που δεν σταματά ποτέ. Και μετά, το καλοκαίρι, καταφεύγουμε σε κάποιο χωριό ή νησί, κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα και αναστενάζουμε: «Εδώ είναι η πραγματική ζωή. Γιατί δεν τα παρατάμε όλα να μείνουμε εδώ;»
Οδός Καραγιώργη Σερβίας: Ποιος ήταν ο άνθρωπος πίσω από το όνομα;
Το ρομαντικό ψέμα του «Walden»
Η ζωή στο χωριό έχει υποστεί ένα ακραίο marketing ρομαντισμού. Σκεφτόμαστε τον Henry David Thoreau, ο οποίος στο βιβλίο του Walden αποθεώνει την απομόνωση στη φύση: «Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά».
Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι ο Thoreau είχε τη δυνατότητα να επιστρέφει στην πόλη όποτε ήθελε, και η μητέρα του του πήγαινε φαγητό. Η πραγματική ζωή στην επαρχία δεν είναι μόνο λεβάντες και ανεμελιά είναι η έλλειψη υποδομών, η κοινωνική στενότητα όπου «όλοι ξέρουν τα πάντα για όλους» και ο σωματικός κάματος. Όπως λέει ο οικονομολόγος Thomas Sowell:
«Δεν υπάρχουν λύσεις, υπάρχουν μόνο ανταλλάγματα (trade-offs)».
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι «ποιο μέρος είναι τέλειο», αλλά «ποιο κόστος αντέχεις να υποστείς;».
Αυτό είναι ένα συγκλονιστικό σημείο επαφής με την κοινωνιολογία και χτυπάει «φλέβα» στην ελληνική πραγματικότητα. Προσθέτει ένα στρώμα ωμού ρεαλισμού στο άρθρο, καταρρίπτοντας την ιδέα ότι η ευγένεια της πόλης είναι απαραίτητα ανώτερη από την «κακία» του χωριού.

Στιγμές στην Ήπειρο με μουσικούς και νύφες στο Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου.
Η «Καλημέρα» ως κοινωνικό συμβόλαιο, πηγαίνοντας στο χωρίο
Εδώ έρχεται η μεγάλη ανατροπή στη ρομαντικοποίηση της υπαίθρου. Πολλοί από εμάς, κουρασμένοι από την παγωμένη ανωνυμία της πολυκατοικίας, ονειρευόμαστε μια γειτονιά που «όλοι λένε καλημέρα». Όμως, είμαστε έτοιμοι για το τίμημα αυτής της καλημέρας;
Η πολυκατοικία ως κοινότητα: Ζούμε καλύτερα κάτω από την ίδια στέγη;
Στο χωριό, η καθημερινή επαφή με πρόσωπα που ίσως απεχθάνεσαι, το αδιάκριτο βλέμμα πάνω από το φράχτη και το ανελέητο κουτσομπολιό δεν είναι απλώς «κακές συνήθειες». Είναι σημάδια σύνδεσης και όπως θα έλεγε ο Γάλλος κοινωνιολόγος Émile Durkheim, πρόκειται για τη «μηχανική αλληλεγγύη». Το γεγονός ότι ο γείτονας ξέρει τι ώρα γύρισες και τι ψώνισες από την αγορά, σημαίνει ότι υπάρχεις στον χάρτη του. Το κουτσομπολιό είναι ο τρόπος της μικρής κοινωνίας να επιβεβαιώνει τα όριά της και να κρατά τα μέλη της σε μια (έστω και πιεστική) εγρήγορση. Sad but True!
Στην Αθήνα, έχουμε κάνει κάτι πολύ πονηρό: Βαφτίσαμε την αδιαφορία μας «αποδοχή». *Στο χωριό, αν δεν πεις καλημέρα, είσαι «ξένος» ή «εχθρός».
Στην πόλη, το να μην ξέρεις το όνομα του διπλανού σου θεωρείται «σεβασμός στην ιδιωτικότητα».
Στην πραγματικότητα, αυτή η αστική ευγένεια είναι συχνά ένας μηχανισμός άμυνας για να μην καταρρεύσουμε από την υπερπληροφορία. Ο Georg Simmel, στο δοκίμιό του Η Πόλη και ο Πνευματικός Βίος, εξηγεί ότι ο κάτοικος της πόλης αναπτύσσει μια «μπλαζέ» στάση. Δεν είναι ότι είμαστε κακοί άνθρωποι αλλά ότι αν νιώθαμε κάτι για κάθε έναν από τα εκατομμύρια που διασταυρωνόμαστε, θα τρελαινόμασταν. Έτσι, επιλέγουμε την πολιτισμένη αδιαφορία είναι όμως αυτό ελευθερία ή μήπως είναι μια πιο αργή, πιο μοναχική μορφή «θανάτου»;

Περιμένοντας το λεωφορείο στο αστικό κέντρο της Αττικής. Πηγής Φωτογραφίας
Το κόστος της σύνδεσης, φεύγοντας από την Αθήνα
Τελικά, το ερώτημα επιστρέφει στην αρχική σου διαπίστωση: Ποιο κόστος μπορείς να διαχειριστείς;
1. Αντέχεις το κόστος της εισβολής στην ιδιωτικότητά σου (χωριό) για να νιώθεις ότι αν σου συμβεί κάτι, όλο το καφενείο θα το μάθει σε πέντε λεπτά;
2. Μήπως προτιμάς το κόστος της αόρατης ύπαρξης (Αθήνα), όπου μπορείς να είσαι ο εαυτός σου χωρίς κριτική, αλλά και χωρίς κανέναν να προσέξει την απουσία σου;
Το «καυσαέριο» της Αθήνας δεν είναι μόνο η ρύπανση αλλά και αυτή η ομιχλώδης απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους και ίσως, βαθιά μέσα μας, να το λατρεύουμε γιατί μας απαλλάσσει από την ευθύνη της «καλημέρας» σε πρόσωπα που δεν επιλέξαμε.
Ποιο κόστος μπορείς να διαχειριστείς;
Ο υπαρξιστής Albert Camus μας θύμισε ότι η ζωή είναι μια διαρκής προσπάθεια να βρούμε νόημα σε έναν κόσμο που δεν μας δίνει έτοιμες απαντήσεις. Το να επιλέγεις την Αθήνα σημαίνει ότι αποδέχεσαι το κόστος της νευρικότητας για να έχεις το όφελος της πρόσβασης. Το να επιλέγεις το χωριό σημαίνει ότι αποδέχεσαι το κόστος της στασιμότητας για να έχεις το όφελος της γαλήνης.
Τελικά, ίσως δεν λατρεύουμε το καυσαέριο αυτό καθαυτό. Λατρεύουμε τη δυνατότητα που μας δίνει η πόλη να είμαστε οτιδήποτε θέλουμε, οποιαδήποτε στιγμή. Η γκρίνια μας είναι απλώς ο τρόπος να εκτονώνουμε το βάρος της επιλογής μας. Στην ουσία, δεν ψάχνουμε το μέρος που θα μας λύσει τα προβλήματα, αλλά το μέρος εκείνο που τα προβλήματά του μας φαίνονται πιο «υποφερτά» ή ακόμα και οικεία.