Υπάρχουν χώροι στην Αθήνα που απλά τους διασχίζεις στο δρόμο και τους προσπερνάς, κατευθυνόμενος στον προορισμό σου και κάποιοι άλλοι που σε κάνουν να επιβραδύνεις το βήμα σου, να κοντοσταθείς για λίγο και να θέλεις να τους ανακαλύψεις. Η ανακαινισμένη Στοά Αρσακείου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μπαίνεις από την Πανεπιστημίου και ο θόρυβος της πόλης αρχίζει να σβήνει πίσω σου. Τα βήματα γίνονται πιο αργά, οι φωνές πιο ζωηρές, το φως διαφορετικό. Μπροστά σου ανοίγεται ένας χώρος με παντρεύει με δεξιοτεχνία την ιστορική αρχιτεκτονική με την σύγχρονη αισθητική και με μια ποικιλόμορφη γαστρονομική ζωή.
Η ιστορία της Στοάς Αρσακείου ξεκινά το 1836, με την ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, που είχε ως στόχο την προώθηση της εκπαίδευσης νεαρών κοριτσιών . Το Αρσάκειο Μέγαρο οικοδομήθηκε την περίοδο 1846- 1852, ενώ το 1954 στεγάστηκε στον ιστορικό χώρο του κινηματοθεάτρου Ορφέας το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» και με το πέρασμα των χρόνων συνδέθηκε όχι μόνο με την εκπαίδευση αλλά και με τη θεατρική και πνευματική ζωή της Αθήνας.
Ύστερα από σχεδόν επτά χρόνια εργασιών, η ιστορική Στοά επέστρεψε ανανεωμένη στην Αθηναική ζωή, φιλοξενώντας 17 συνεργάτες σε ένα νέο οικοσύστημα γαστρονομίας, εμπορίου, πολιτισμού και εκπαίδευσης. Η πιλοτική επαναλειτουργία της ξεκίνησε το Καλοκαίρι του 2026, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο χώρος πέρασε σε πλήρη λειτουργία.
Γράφει η Ελευθερία Σταματοπούλου
Ατμόσφαιρα για κάθε γούστο
Μπαίνοντας στη Στοά Αρσακείου, το βλέμμα ανεβαίνει σχεδόν αυθόρμητα προς τη γυάλινη οροφή, η οποία δεν λειτουργεί απλώς ως κάλυμμα αλλά δίνει στην Στοά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Επιτρέπει στο φως να εισχωρεί, αλλά ταυτόχρονα το φιλτράρει, το διαχέει και το κάνει μέρος της αρχιτεκτονικής εμπειρίας. Το φυσικό φως περνά πάνω από τα μεγάλα γυάλινα τμήματα της και απλώνεται σε όλο το αίθριο, γλιστρώντας πάνω στις μεταλλικές επιφάνειες φωτίζοντας τις προσόψεις των καταστημάτων και δημιουργώντας ένα παιχνίδι φωτεινών και σκιερών σημείων στο δάπεδο. Ο χώρος μοιάζει να αναπνέει μαζί με την ημέρα, φωτεινός και ανοιχτός το πρωί, πιο απαλός το απόγευμα με τις αντανακλάσεις να αλλάζουν καθώς ο ήλιος μετακινείται.

Στο κέντρο, απλώνεται σα μια μικρή πλατεία από μέταλλο το μεγάλο μεταλλικό στρογγυλό τραπέζι με τα δένδρα να φυτρώνουν στην καρδιά του και τα φύλλα τους να υποδέχονται το φως που κατεβαίνει από τη γυάλινη οροφή και γύρω από τον μεταλλικό πυρήνα του ξεδιπλώνονται ποικίλοι γευσιγνωστικοί σταθμοί – μαγαζιά. Εδώ δεν υπάρχουν απαραίτητα ξεχωριστά τραπέζια που ορίζουν μικρές, κλειστές παρέες. Υπάρχει ένα μεγάλο κοινό σημείο συνάντησης, γύρω από το οποίο μπορούν να καθίσουν άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Εδώ δεν υπάρχει κεφαλή, ούτε προνομιούχος θέση, εδώ κάθονται ο άνθρωποι όπως έρχονται, δύο φίλοι που συνεχίζουν μια κουβέντα, κάποιος που αναζητά λίγη ηρεμία για να πιεί τον καφέ του, μια οικογένεια μετά από τα ψώνια της, ένας περαστικός που αποφασίζει να μείνει λίγο ακόμη. Ο καθένας κουβαλά την ήμερα του, αλλά για λίγο όλες αυτές οι διαφορετικές διαδρομές συναντιούνται στο ίδιο σημείο. Και αυτός είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας το αυτού του τραπεζιού, δεν ζητά από τους ανθρώπους να γίνουν μια παρέα, τους επιτρέπει απλά να πάψουν για λίγο να είναι ξένοι μέσα στον ίδιο χώρο.
Μια μέρα στη Στοά Αρσακείου
Η μέρα μπορεί να ξεκινήσει στο 5 Almonds με specialty coffee, ξηρούς καρπούς, αποξηραμένα φρούτα και μικρά σνακς. Το πρωινό φώς αναδυκνείει τις γραμμές της οροφής και δίνει στον καφέ μια τελετουργική θέση, μία μικρή παύση πριν αρχίσει η ημέρα. Στη ΣΤΟΑ AGORA, η περιπλάνηση συνεχίζεται ανάμεσα σε επιλεγμένα ελληνικά προιόντα , από ελαιόλαδο, μέλι, ζυμαρικά και άλλα αγαθά μικρών αλλά και μεγαλύτερων παραγωγών.
Το μεσημέρι, οι κουζίνες δίνουν στην Στοά διαφορετικές γευστικές κατευθύνσεις. Το Αψύς εκφράζει την ανεπιτήδευτη πλευρά του ελληνικού street food με επίκεντρο το σουβλάκι και το κρέας. Το Calanisa στρέφεται στη θαλασσινή γεύση και στο ψάρι, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή καθημερινού φαγητού. Στο Macarios, τα χειροποίητα ζυμαρικά βρίσκονται στο επίκεντρο , ενώ το Table Molon Lave αντλεί από την παράδοση του ελληνικού μαγειρευτού και από τη θαλπωρή ενός ολοκληρωμένου γεύματος.
Το απόγευμα, η γλυκιά πλευρά αναλαμβάνει τον δικό της ρόλο. Οι λουκουμάδες Αιγαίον φέρνουν τη νοσταλγία ενός αγαπημένου ελληνικού γλυκού, ενώ το Φύσις προσφέρει τη δική του πιο οικολογική και υγιεινή πρόταση στη ζαχαροπλαστική και τα παγωτά. Το φως χαμηλώνει, οι σκιές των φυτών μακραίνουν και το αίθριο γίνεται πιο ήρεμο. Είναι η ώρα που κάποιος μπορεί να καθίσει μόνος με το γλυκό του η να παραμείνει περισσότερο με φίλους , χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να βιαστεί.

Όταν πέφτει το βράδυ, το Drunky Goat, με κρασί, συνοδευόμενο από μικρά τάπας, μπύρα, αποστάγματα και ποτό και το Boarding Pass, με επίκεντρο τα ευφάνταστα γευστικά κοκτέιλ δίνουν στη στοά ένα έντονο νυχτερινό ρυθμό. Ο τεχνητός φωτισμός αναδεικνύει τις αρχιτεκτονικές γραμμές, οι αντανακλάσεις αλλάζουν πάνω στο μέταλλο και η ατμόσφαιρα αποκτά μια πιο θεατρική διάσταση.
Η πολυδιάστατη αισθητική της Στοάς
Τελικά η πιο ουσιαστική αλλαγή της ανακαινισμένης Στοάς Αρσακείου δεν είναι μόνο ότι έφερε νέες κουζίνες, σύγχρονες πολιτιστικές δράσεις και περισσότερο πράσινο στο κέντρο της Αθήνας. Είναι ότι δημιούργησε ένα χώρο όπου ο επισκέπτης δεν χρειάζεται να έρθει μόνο για να καταναλώσει. Μπορεί κάτω από τη γυάλινη οροφή της Στοάς και γύρω από το τραπέζι που ενώνει, ανάμεσα στα δένδρα και τις αντανακλάσεις του φωτός και τις φωνές που διασταυρώνονται να περιηγηθεί, να παρατηρήσει , να μοιραστεί τον χώρο με αγνώστους , να επικοινωνήσει και να αισθανθεί έστω για λίγο, μέρος μιας μικρής αστικής κοινότητας.