Η συμπλήρωση 15 και πλέον ετών από την καθιέρωση του Συμπαραστάτη του Δημότη το 2010 φέρνει στο προσκήνιο τα δομικά προβλήματα ενός θεσμού που, παρά τις προσδοκίες, παραμένει υπολειτουργικός. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ειδικού Παρατηρητηρίου, η εφαρμογή του νόμου «Καλλικράτης» προσέκρουσε στην έλλειψη πολιτικής συναίνεσης, με αποτέλεσμα μόλις το 27% των υπόχρεων δήμων να έχει ενεργοποιήσει τη σχετική διαδικασία έως το 2025.
Το έλλειμμα εφαρμογής και τα εμπόδια στην Αυτοδιοίκηση
Ο ρόλος του Συμπαραστάτη σχεδιάστηκε ως ένας ανεξάρτητος διαμεσολαβητής για την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης και την ενίσχυση της διαφάνειας. Ωστόσο, η απαίτηση για πλειοψηφία δύο τρίτων στο δημοτικό συμβούλιο αποτέλεσε συχνά ανυπέρβλητο εμπόδιο, ενώ η συνειδητή επιλογή του νομοθέτη να μην επιβάλλει κυρώσεις στους δήμους που αδρανούν, οδήγησε σε μια γενικευμένη απροθυμία. Πολλές δημοτικές αρχές αντιμετώπισαν τον θεσμό λανθασμένα, είτε ως πεδίο άσκησης εσωτερικής αντιπολίτευσης είτε ως ένα διακοσμητικό στοιχείο χωρίς ουσιαστική παρέμβαση, καθώς ο Συμπαραστάτης δεν διαθέτει εκτελεστική εξουσία ή δικαίωμα επιβολής ποινών.
Ακόμα και στους δήμους όπου ο θεσμός λειτούργησε, εντοπίστηκαν σημαντικές δυσλειτουργίες, όπως η ελλιπής ενημέρωση των πολιτών για τους τρόπους επικοινωνίας με τον Συμπαραστάτη. Η απουσία μόνιμων μηχανισμών αξιολόγησης και η ανάγκη παρέμβασης της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας κατέδειξαν ότι η νομοθετική πρόβλεψη από μόνη της δεν αρκεί για τη διασφάλιση της πρόσβασης του κοινού στις υπηρεσίες διαμεσολάβησης.
Η Ακτινογραφία ενός θεσμού που αναζητά ρόλο στην Αυτοδιοίκηση
Έυκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο θεσμός του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης παραμένει ένα «στοίχημα» διοικητικής ωριμότητας που η ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση μάλλον δυσκολεύεται ακόμα να κερδίσει. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του, η χαμηλή διείσδυση του θεσμού στους δήμους αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ νομοθετικής πρόθεσης και πολιτικής βούλησης. Η απουσία κυρώσεων, σε συνδυασμό με την καχυποψία των δημοτικών αρχών απέναντι σε μηχανισμούς ελέγχου, έχει μετατρέψει ένα εργαλείο διαφάνειας, ίσως σε μια προαιρετική επιλογή, την οποία η πλειονότητα των δήμων αποφεύγει. Οι νέες ρυθμίσεις του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης φιλοδοξούν να «ξεκλειδώσουν» τις διαδικασίες εκλογής, όμως η ουσιαστική επιτυχία του θεσμού θα κριθεί από την αλλαγή της πολιτικής κουλτούρας και την απαίτηση των ίδιων των πολιτών για λογοδοσία.
Η νέα εποχή με τον κώδικα τοπικής αυτοδιοίκησης
Οι πρόσφατες αλλαγές στον Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιχειρούν να θεραπεύσουν τις παθογένειες του παρελθόντος εισάγοντας νέες παραμέτρους:
-
Φανερή Ψηφοφορία: Η μετάβαση από τη μυστική στη φανερή ψηφοφορία για την εκλογή του Συμπαραστάτη στοχεύει στην ανάληψη πολιτικής ευθύνης από τις παρατάξεις.
-
Παρέμβαση Επόπτη Νομιμότητας: Προβλέπεται η εμπλοκή του Επόπτη σε περιπτώσεις που δεν επιτυγχάνεται η απαιτούμενη πλειοψηφία, ώστε να μην παραμένει η θέση κενή επ’ αόριστον.
-
Δείκτης Ωριμότητας: Ο θεσμός πλέον αντιμετωπίζεται ως κρίσιμος δείκτης για τη διάθεση ενός δήμου να υιοθετήσει μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.
Παρά τις βελτιώσεις αυτές, η πρόκληση της συνολικής παρακολούθησης και της επιβολής συνεπειών για την πλήρη αδράνεια παραμένει στο τραπέζι, υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματικότητα του θεσμού εξαρτάται άμεσα από τη δέσμευση των τοπικών αρχών στη χρηστή διοίκηση.
Πηγές: epoli
Επιμέλεια – Σχόλιο: Νεκτάριος Ντούζουγλης – Χορμοβίτης
Συνεντεύξεις και πρόσωπα: