Αρχική σελίδα Attica NewsΜάρω Κοντού: Αντίο σε μια υπέροχη Αθηναία που κόσμησε την τέχνη ως το τέλος

Μάρω Κοντού: Αντίο σε μια υπέροχη Αθηναία που κόσμησε την τέχνη ως το τέλος

από Attica Horizon
Μάρω Κοντού

Υπάρχουν άνθρωποι που συνδέονται με μια πόλη επειδή μοιάζουν να ενσαρκώνουν κάτι από τον χαρακτήρα της. Η Μάρω Κοντού υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος. Στη μορφή της συναντήθηκαν η κομψότητα της παλιάς Αθήνας, η αυτοπεποίθηση της σύγχρονης γυναίκας και εκείνη η ανεπιτήδευτη αστική ευγένεια που δεν χρειάζεται να επιδεικνύεται για να γίνει αισθητή. Ήταν μια παρουσία φωτεινή, επιβλητική χωρίς να γίνεται απόμακρη, αριστοκρατική χωρίς ίχνος έπαρσης. Μια γυναίκα με καθαρή φωνή, γρήγορη σκέψη, χιούμορ και την τόλμη να αντιμετωπίζει τη ζωή χωρίς υπεκφυγές. Η είδηση του θανάτου της, στις 15 Ιουλίου 2026, σε ηλικία 92 ετών, μοιάζει με το κλείσιμο ενός ολόκληρου κεφαλαίου της ελληνικής καλλιτεχνικής και κοινωνικής ιστορίας. Ενός κεφαλαίου που περιλάμβανε το αρχαίο δράμα, τα μεγάλα αθηναϊκά θέατρα, τις ασπρόμαυρες κινηματογραφικές αίθουσες, τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, τη μεταπολεμική Αθήνα που άλλαζε πρόσωπο και μια γενιά γυναικών που άρχιζε να διεκδικεί τη ζωή της με τους δικούς της όρους.

Η Πλάκα αποκτά ξανά ζωή: Το εμβληματικό σπίτι του Αντωνάκη και της Ελενίτσας αναγεννάται

Το κορίτσι από το Κουκάκι

Η Μαριάνθη Κοντού γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης. Η οικογένειά της καταγόταν από τα Ψαρά. Έχασε τον πατέρα της όταν ήταν μόλις δύο ετών και μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν η μητέρα, η γιαγιά και η μεγαλύτερη αδελφή της. Τα παιδικά της χρόνια δεν είχαν την άνεση που πολλοί θα συνέδεαν αργότερα με τη δημόσια εικόνα της. Πίσω από τη φινέτσα, τη σωστή άρθρωση και την αρχοντική κίνησή της υπήρχαν η πειθαρχία, η έλλειψη και η ανάγκη να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις. Αποφοίτησε από το Γ΄ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη και άρχισε να σπουδάζει χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, τη μετέπειτα Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Η κίνηση ήταν η πρώτη της καλλιτεχνική γλώσσα. Προτού μάθει να κατακτά μια σκηνή με τη φωνή ή το βλέμμα της, είχε μάθει να αφηγείται με το σώμα.

Από τον χορό στο αρχαίο δράμα

Η πρώτη ουσιαστική είσοδός της στο θέατρο έγινε μέσω του χορού του Εθνικού Θεάτρου. Το 1953 συμμετείχε στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη, ενώ το 1954 βρέθηκε στην ιστορική παράσταση της Επιδαύρου, σε μια εποχή κατά την οποία το αρχαίο θέατρο ανακτούσε τη θέση του στη σύγχρονη ελληνική πολιτιστική ζωή. Για μια νεαρή γυναίκα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει ότι θα γίνει ηθοποιός, η συνύπαρξη με μορφές όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού ήταν ένα άτυπο αλλά εξαιρετικά απαιτητικό σχολείο. Παρατηρούσε, άκουγε, μάθαινε. Η σκηνή τής δίδαξε από νωρίς ότι η παρουσία δεν είναι ζήτημα εξωτερικής εμφάνισης αλλά εσωτερικής πειθαρχίας.

Το 1958 απέκτησε την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος της ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο. Έναν χρόνο αργότερα έκανε το ντεμπούτο της στην πρόζα, στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, δίπλα στον Δημήτρη Χορν. Η συνεργασία τους υπήρξε καθοριστική. Ο Χορν δεν ήταν απλώς ένας ήδη καταξιωμένος πρωταγωνιστής. Ήταν ένας ηθοποιός με απόλυτη αίσθηση του ρυθμού, της λεπτομέρειας και της θεατρικής αλήθειας. Δίπλα του, η Μάρω Κοντού πέρασε από την πειθαρχία του χορού στην ακρίβεια του λόγου και άρχισε να διαμορφώνει εκείνη τη χαρακτηριστική σκηνική προσωπικότητα που συνδύαζε τη φυσικότητα με την αρχοντιά. Το 1962 συμμετείχε στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Η ερμηνεία της στη «Μαύρη Φορντ» έμεινε ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές μιας παράστασης που συμπύκνωσε το όνειρο, τη μελαγχολία και τον αστικό μύθο της μεταπολεμικής Αθήνας.

Η μεγάλη οθόνη και η γέννηση μιας σταρ

Η κάμερα την είχε συναντήσει ήδη από το 1954, όταν εμφανίστηκε σε μικρό ρόλο στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα». Η πραγματική καθιέρωση, όμως, ήρθε το 1960 με «Τα Κίτρινα Γάντια». Από τις πρώτες κιόλας κινηματογραφικές της εμφανίσεις ήταν φανερό ότι δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες ενζενί της εποχής. Δεν βασιζόταν στην αφέλεια ούτε στη χαριτωμένη αδυναμία. Οι ηρωίδες της είχαν αντίληψη, ειρωνεία και μια εσωτερική αυτονομία, ακόμη και όταν το σενάριο τις ήθελε εγκλωβισμένες σε έναν άνδρα, έναν γάμο ή μια κοινωνική σύμβαση. Στο «Αλίμονο στους νέους», το 1961, απέναντι στον Δημήτρη Χορν, υποδύθηκε τη Ρίτα. Ήταν μια ερμηνεία λεπτή, ρομαντική και βαθιά ανθρώπινη. Ο Χορν ενσάρκωνε τον άνδρα που επιθυμεί να ξεγελάσει τον χρόνο· η Κοντού τη γυναίκα που, χωρίς μελοδραματισμό, αναζητεί την αλήθεια πίσω από την εμφάνιση και το συναίσθημα πίσω από την κοινωνική βιτρίνα. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε ως Ισμήνη στην κινηματογραφική «Αντιγόνη» του Γιώργου Τζαβέλλα, αποδεικνύοντας ότι η καλλιτεχνική της ταυτότητα δεν περιοριζόταν στην κοσμική κωμωδία. Μπορούσε να μετακινείται από την αρχαία τραγωδία στο μιούζικαλ και από το αστικό δράμα στη λαϊκή κωμωδία χωρίς να χάνει τη συνέπεια της παρουσίας της. Στη διάρκεια της καριέρας της συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες και περίπου 90 θεατρικές παραστάσεις. Συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς, συγγραφείς και σκηνοθέτες, χωρίς να μετατραπεί ποτέ σε απλό συμπλήρωμα των ανδρών πρωταγωνιστών. Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα δημιούργησε ένα από τα πιο δημοφιλή κινηματογραφικά ζευγάρια. Οι δυο τους διέθεταν εξαιρετικό κωμικό συγχρονισμό. Εκείνος, εκρηκτικός, νευρικός και συχνά αυτάρεσκος· εκείνη, ψύχραιμη, κομψή και αρκετά ευφυής ώστε να αποδομεί τον ανδρικό εγωισμό με μία μόνο ματιά. Στον «Στρίγγλο που έγινε αρνάκι», στον «Γεροντοκόρο» και σε άλλες επιτυχίες, η Κοντού δεν ήταν απλώς η γοητευτική γυναίκα που έπρεπε να κατακτήσει ο ήρωας. Ήταν η δύναμη που τον ανάγκαζε να αλλάξει.

Η Ελενίτσα και η χαμένη Αθήνα

Ο ρόλος που έμελλε να ταυτιστεί περισσότερο από κάθε άλλον με το όνομά της ήρθε το 1965, στην ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα. Η Ελένη Κοκοβίκου, η περίφημη Ελενίτσα, ήταν αρχικά μια γυναίκα υποταγμένη στη θέληση του Αντωνάκη. Ζούσε στη σκιά του, ανεχόταν τις απαγορεύσεις και τους θυμούς του και είχε μάθει να παρουσιάζει τον φόβο ως συζυγική αφοσίωση. Μέσα από την ερμηνεία της Μάρως Κοντού, όμως, η ηρωίδα αποκτούσε σταδιακά φωνή, αξιοπρέπεια και συνείδηση της θέσης της. Η ταινία ξεπερνούσε τα όρια μιας επιτυχημένης κωμωδίας. Μιλούσε για την εξουσία μέσα στον γάμο, για την κοινωνική ενηλικίωση της γυναίκας και για μια Αθήνα που γκρέμιζε τα παλιά σπίτια της προκειμένου να υψώσει πολυκατοικίες. Στην τελευταία σκηνή, το ζευγάρι συναντιέται μπροστά στα ερείπια του σπιτιού όπου είχε ζήσει. Μαζί με τους τοίχους έχουν γκρεμιστεί η παλιά τους σχέση και ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Η Μάρω Κοντού έγινε έτσι μέρος της συλλογικής μνήμης. Για εκατομμύρια θεατές δεν ήταν μόνο μια ηθοποιός, αλλά η Ελενίτσα που τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα και να σταθεί ισότιμα απέναντι στον Αντωνάκη.

Το 1968, στο «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», ενσάρκωσε την Μπιάνκα, μια γυναίκα που κινείται με άνεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την προσποίηση, στη μικροαστική Αθήνα και στη φαντασίωση μιας κοσμοπολίτικης ζωής. Η ταινία ανέδειξε την ακρίβεια του κωμικού της ενστίκτου. Η Κοντού γνώριζε πώς να αφήνει μια παύση να λειτουργήσει, πώς να αλλάζει τη θερμοκρασία μιας σκηνής με μια κίνηση του κεφαλιού και πώς να μετατρέπει την κομψότητα σε εργαλείο κωμωδίας. Το χιούμορ της δεν στηριζόταν στη φασαρία. Βρισκόταν στο βλέμμα, στην αντίδραση, στην απόσταση που κρατούσε η ηρωίδα από τους ανθρώπους γύρω της. Ακόμη και όταν έπαιζε την επιτηδευμένη κοσμοπολίτισσα, άφηνε να διακρίνεται πίσω από τη μάσκα η ανασφάλεια και η ανάγκη για μια διαφορετική ζωή. Αυτή ήταν μία από τις μεγάλες αρετές της: δεν αντιμετώπιζε ποτέ τις ηρωίδες της ως καρικατούρες. Τις παρατηρούσε με κατανόηση, ακόμη και όταν γελούσε μαζί τους.

Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα

Το θέατρο ως σταθερό καταφύγιο

Παρότι ο κινηματογράφος τής χάρισε τη λαϊκή αναγνώριση και την αθανασία της επανάληψης, το θέατρο υπήρξε ο πυρήνας της καλλιτεχνικής της ζωής. Εργάστηκε αδιάκοπα επί δεκαετίες, συμμετέχοντας σε έργα του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου. Δεν περιορίστηκε στην εικόνα της κομψής πρωταγωνίστριας ούτε επιχείρησε να συντηρήσει τεχνητά τη νεότητά της επαναλαμβάνοντας τους ίδιους ρόλους. Αναζήτησε χαρακτήρες διαφορετικούς, συνεργάστηκε με νεότερους δημιουργούς και επέτρεψε στον χρόνο να μεταμορφώσει την υποκριτική της. Από την κωμωδία και το μιούζικαλ πέρασε σε ωριμότερους, συχνά πιο τολμηρούς ρόλους, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική διάρκεια  βρίσκεται στην ικανότητα διαρκούς ανανέωσης. Όταν επέστρεψε στη «Μαύρη Φορντ» στο Ηρώδειο, σχεδόν μισό αιώνα μετά την «Οδό Ονείρων», δεν επρόκειτο απλώς για μια νοσταλγική αναβίωση. Ήταν η συνάντηση της νεαρής γυναίκας που ξεκινούσε με τη μεγάλη κυρία που είχε πια διανύσει μια ολόκληρη εποχή.

Μια γυναίκα που δεν φοβήθηκε τον χρόνο

Η Μάρω Κοντού δεν προσπάθησε να παρουσιάσει τον χρόνο ως εχθρό. Μιλούσε για την ηλικία της με ειλικρίνεια, χιούμορ και μια σχεδόν προκλητική έλλειψη ματαιοδοξίας. Δεν αρνήθηκε την ομορφιά ούτε τη σημασία που είχε στην καριέρα της. Αρνήθηκε, όμως, να εγκλωβιστεί σε αυτήν. Καταλάβαινε ότι η γοητεία δεν είναι η αγωνιώδης διατήρηση της νεότητας, αλλά η συμφιλίωση με όσα έχεις ζήσει. Αυτή η στάση τής επέτρεψε να παραμείνει ενεργή. Επέστρεψε στον κινηματογράφο, εμφανίστηκε στην τηλεόραση και συστήθηκε σε γενιές που δεν είχαν γεννηθεί όταν οι ταινίες της γέμιζαν τις αίθουσες. Η παρουσία της στη «Γη της Ελιάς» τα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν είχε τον χαρακτήρα μιας τιμητικής εμφάνισης. Ήταν μια πραγματική επιστροφή στην καθημερινή μυθοπλασία, μια υπενθύμιση ότι ένας ηθοποιός παραμένει ζωντανός όσο εξακολουθεί να αναμετριέται με έναν ρόλο και ένα κοινό.

Από την τέχνη στα κοινά.

Το 1994 εξελέγη δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων και παρέμεινε στην τοπική αυτοδιοίκηση επί επτά χρόνια. Διετέλεσε πρόεδρος του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9,84 και αργότερα ανέλαβε την προεδρία του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα». Στη συνέχεια υπηρέτησε ως βουλευτής της Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία σε τρεις κοινοβουλευτικές περιόδους. Η μετάβασή της στην πολιτική εντασσόταν σε μια ευρύτερη αντίληψη για τη δημόσια παρουσία. Πίστευε ότι ο καλλιτέχνης δεν είναι υποχρεωμένος να παραμένει στο προστατευμένο περιβάλλον της σκηνής, αλλά μπορεί να συμμετέχει στα κοινά, να παίρνει θέση και να δοκιμάζεται σε πεδία όπου η γοητεία δεν αρκεί. Δεν έγινε ποτέ τυπική επαγγελματίας πολιτικός. Διατήρησε την αμεσότητα και την ανεξαρτησία του λόγου της και δεν έκρυψε τις απογοητεύσεις της από τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας ζωής. Ακόμη και εκεί, παρέμεινε πρωτίστως η Μάρω Κοντού: ευθύβολη, απρόβλεπτη και απρόθυμη να υποκριθεί έναν ρόλο που δεν πίστευε.

Η Αθήνα που έφερε μέσα της

Η Μάρω Κοντού έζησε σχεδόν ολόκληρη τη σύγχρονη ιστορία της Αθήνας.

Γεννήθηκε σε μια πόλη χαμηλών σπιτιών, αυλών και γειτονιών όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Είδε την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, την αντιπαροχή και την εκρηκτική αστικοποίηση. Είδε την Πλάκα και το Κουκάκι να αλλάζουν, τα νεοκλασικά να υποχωρούν και τις λεωφόρους να γεμίζουν αυτοκίνητα. Δεν υπήρξε, όμως, μια γυναίκα παγιδευμένη στη νοσταλγία. Δεν μιλούσε για το παρελθόν σαν να ήταν ένας χαμένος παράδεισος όπου όλα ήταν καλύτερα. Γνώριζε τις σκληρότητες και τους περιορισμούς εκείνης της εποχής, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Αγαπούσε την παλιά Αθήνα χωρίς να εξιδανικεύει την παλιά κοινωνία. Κρατούσε από εκείνη την πόλη την ευγένεια, την αίσθηση του μέτρου και τη σημασία της προσωπικής αξιοπρέπειας. Απέρριπτε, όμως, την υποταγή, την υποκρισία και τη σιωπή. Ίσως γι’ αυτό ενσάρκωσε τόσο πειστικά τις γυναίκες που βρίσκονταν ανάμεσα σε δύο κόσμους. Τις γυναίκες που είχαν διδαχθεί να φοβούνται τον άνδρα, αλλά άρχιζαν να καταλαβαίνουν ότι δικαιούνταν να σταθούν απέναντί του.

Η τέχνη της παρουσίας

Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε τη Μάρω Κοντού τόσο ξεχωριστή;

Δεν ήταν μόνο η ομορφιά, αν και υπήρξε εντυπωσιακή. Δεν ήταν μόνο η βαθιά, καθαρή φωνή ούτε η κίνηση μιας γυναίκας που είχε εκπαιδευτεί στον χορό. Δεν ήταν ακόμη και το χιούμορ της, εκείνο το στεγνό, λεπτό χιούμορ που μπορούσε να αλλάξει το νόημα μιας σκηνής. Ήταν η παρουσία. Η αίσθηση ότι η γυναίκα που στεκόταν μπροστά στην κάμερα ή πάνω στη σκηνή γνώριζε ακριβώς ποια ήταν. Δεν ζητούσε την άδεια του θεατή για να υπάρξει. Δεν γινόταν μικρότερη για να αναδείξει τον συμπρωταγωνιστή της. Δεν φοβόταν τη σιωπή ούτε την ακινησία. Η κομψότητά της δεν ήταν ενδυματολογική επιλογή. Ήταν τρόπος να κρατά αποστάσεις από την ευκολία, την υπερβολή και το φτηνό συναίσθημα. Ακόμη και στις πιο λαϊκές κωμωδίες, διατηρούσε κάτι ακέραιο και ασυμβίβαστο.

Αντίο σε μια υπέροχη Αθηναία

Η Μάρω Κοντού έλεγε ότι αισθανόταν περαστική, ένας μικρός κόκκος άμμου μέσα στο σύμπαν. Ήταν μια σκέψη χωρίς μελοδραματισμό, σύμφωνη με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τον χρόνο και τη φθορά. Οι άνθρωποι είναι πράγματι περαστικοί. Οι μορφές που δημιουργούν, όμως, μπορούν να παραμένουν. Η δική της μορφή θα εξακολουθεί να διασχίζει την παλιά Αθήνα μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Θα στέκεται μπροστά στα χαλάσματα του σπιτιού της Ελενίτσας. Θα τραγουδά για μια μαύρη Φορντ στην «Οδό Ονείρων». Θα κοιτάζει με ειρωνεία τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, θα συνομιλεί με τον Δημήτρη Χορν και θα φέρνει στην οθόνη εκείνο το μείγμα δύναμης και ευαισθησίας που έκανε τις ηρωίδες της αληθινές. Μια καλλιτέχνιδα που σεβάστηκε το κοινό της χωρίς να το κολακεύει. Μια Αθηναία που έζησε την πόλη της, την είδε να αλλάζει και κράτησε μέχρι το τέλος κάτι από την παλιά της χάρη.

Αντίο, Μάρω Κοντού.

Αντίο σε μια υπέροχη Αθηναία.

Επιμέλεια: Νεκτάριος Ντ. Χορμοβίτης 

Διαβάστε επίσης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Το Attica Horizon αποτελεί ιστοχώρο φιλοξενίας ποικίλου ενδιαφέροντος και ελεύθερης άποψης. Τα άρθρα των φίλων και συνεργατών εμπεριέχουν προσωπική γνώμη η οποία μπορεί να διαφοροποιείται από την πολιτική του ιστοχώρου.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

© 2025 Attica Horizon | All Rights Reserved | Created with by YelloWizard Digital Agency

© 2025 Attica Horizon | All Rights Reserved

Created with byYelloWizard Digital Agency