Κοινωνική κατοικία: Κόστος, καθυστερήσεις και κλειστά ακίνητα.
OVERVIEW
- Μελέτη της BluPeak Estate Analytics εξετάζει πώς μπορούν οι δήμοι να αξιοποιήσουν κλειστά και δημοτικά ακίνητα για προσιτή κατοικία.
- Βασικά προβλήματα είναι το κόστος ανά κατοικία, οι καθυστερήσεις και η ελλιπής καταγραφή της διαθέσιμης περιουσίας.
- Στο Λος Άντζελες, πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης έφτασε σε μέσο συνολικό κόστος σχεδόν 597.000 δολαρίων ανά μονάδα σε έργα υπό κατασκευή.
- Στην Αθήνα, το πιλοτικό πρόγραμμα προβλέπει 70 κλειστές κατοικίες, με επιδότηση επισκευών έως 10.055 ευρώ ανά διαμέρισμα.
- Η μελέτη ζητά οι δήμοι να δημοσιοποιούν πόσα σπίτια πράγματι παραδίδονται και κατοικούνται, όχι μόνο πόσα έχουν ανακοινωθεί.
Η αξιοποίηση κλειστών και δημοτικών ακινήτων μπορεί να αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, όμως η εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας κρύβει σημαντικές παγίδες.
Η νέα έκθεση «Στεγαστική κρίση και δήμοι» της BluPeak Estate Analytics επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτά τα σημεία: πόσο κοστίζει κάθε νέα κατοικία, πόσος χρόνος χρειάζεται μέχρι να παραδοθεί, ποιος τελικά κατοικεί σε αυτήν και για πόσο παραμένει προσιτό το ενοίκιο.

Αθήνα: Στόχος 70 κλειστά σπίτια
Στον Δήμο Αθηναίων, το πιλοτικό πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης σχεδιάστηκε με στόχο την αξιοποίηση 70 κλειστών κατοικιών.
Προβλέπεται επιδότηση εργασιών έως 10.055 ευρώ ανά διαμέρισμα, με το ακίνητο να παραμένει διαθέσιμο για κοινωνική μίσθωση για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια.
Η έκθεση επισημαίνει, όμως, ότι για να αξιολογηθεί πραγματικά η επιτυχία του προγράμματος δεν αρκεί ο αρχικός αριθμός των 70 κατοικιών.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε χωριστά:
- πόσες αιτήσεις υποβλήθηκαν,
- πόσες εγκρίθηκαν,
- πόσες συμβάσεις υπογράφηκαν,
- πόσα σπίτια ανακαινίστηκαν,
- και τελικά πόσα παραδόθηκαν σε ενοικιαστές.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να φανεί σε ποιο ακριβώς στάδιο εμφανίζονται τυχόν καθυστερήσεις.
Άλλο χρηματοδότηση, άλλο πραγματικό κόστος
Η μελέτη εστιάζει και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το κόστος των έργων.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση δημοτικού ακινήτου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο μετατράπηκε σε έξι κατοικίες.
Για το έργο αναφέρεται χρηματοδότηση 1,11 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ οι ίδιες οι εργασίες ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης καταγράφονται περίπου στις 120.000 ευρώ.
Τα δύο ποσά δεν είναι συγκρίσιμα χωρίς επιπλέον ανάλυση, καθώς διαφορετικό είναι το ύψος της διαθέσιμης χρηματοδότησης και διαφορετικό το κόστος των εργασιών ή της συνολικής λειτουργίας.
Για τον λόγο αυτό, η έκθεση προτείνει κάθε πρόγραμμα να διαθέτει έναν σαφή λογαριασμό ανά κατοικία, στον οποίο να αποτυπώνονται όλες οι δαπάνες.
Αθήνα: Άνοδος 24,4% στη ζήτηση Airbnb τον Σεπτέμβριο – Τι δείχνουν τα στοιχεία
Το πρόβλημα αρχίζει από την καταγραφή των ακινήτων
Πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε ανακαίνιση, υπάρχει ένα ακόμη βασικό ζήτημα: ποια ακίνητα είναι πραγματικά διαθέσιμα και μπορούν νόμιμα να χρησιμοποιηθούν ως κατοικίες.
Απαιτείται σαφής εικόνα των τίτλων ιδιοκτησίας, της σημερινής χρήσης κάθε κτιρίου, της τεχνικής του κατάστασης και του κόστους που απαιτείται για να καταστεί κατοικήσιμο.
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι ελλείψεις στην καταγραφή δημόσιας ή κοινωφελούς περιουσίας μπορούν να καθυστερήσουν σημαντικά ένα πρόγραμμα πριν ακόμη φτάσει στο στάδιο των έργων.
Το χαμηλό ενοίκιο πρέπει να έχει διάρκεια
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν λήξει η περίοδος κοινωνικής μίσθωσης.
Στην Αθήνα ο ελάχιστος χρόνος είναι τέσσερα χρόνια. Η μακροπρόθεσμη διατήρηση προσιτών κατοικιών, όμως, απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση, σαφείς συμβάσεις και συνεχή διαχείριση.
Η μελέτη προτείνει να παρακολουθείται όχι μόνο η παράδοση ενός σπιτιού, αλλά και το αν το νοικοκυριό εξακολουθεί να στεγάζεται σε αυτό μετά από 12 και 24 μήνες.